Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Γκοοοοολ!

Θα φωνάξουμε γκολ δυνατά μια φορά
Γαλανό και εθνικό το όνειρό μας θα γίνει
Κι οι σημαίες ψηλά με τον άσπρο σταυρό
Θα μας κρύβουν το Ευρώ που ακριβαίνει η βενζίνη

Θα φωνάξουμε γκολ μια και δυο και τρεις φορές
Με γαλάζιες σημαίες ντυμένα τα πλήθη
Κι ίσως κρύψουν τις ήττες τις καθημερινές
Και  κάτι άλλες πληγές που ‘χουν χρόνια στα  στήθη

Θα φωνάξουμε γκολ άλλες χίλιες φορές
Κι καρδία μας απ’ τη χαρά μας θα γίνει κομμάτια

Και τυφλή σ’ άλλες χίλιες αλήθειες πικρές

Με μια μπάλα να κλείνει τα δυο μας τα μάτια

Για χάρη της στην Αίγινα

 Για χάρη  της στην Αίγινα, φυλακισμένος έμεινα
Μ΄ αυτή δεν μ’ αγαπάει
Κι έγινα κακό παιδί
Γι’ αυτό δεν θέλει  να με δεί
Κι μ’αλλους τώρα πάει
Τη γύρεψα στο Μεσαγρό
Και πήγα χθές να την εβρώ
Μα αυτή ήτν στην Σουβάλα,
Γλεντούσε έτρωγε έπινε και τα φιλιά της έδινε
Μαζί με όλα τ’αλλα
Μα αυτός απ’ τα Πετράλωνα
Μιλάω για τον άλλονα
 στο πλάι έκανε την πάπια
Και στάθηκα αντίκρα της
Στον πόνο και στην πίκρα της, και κάθησα και τάπια
Κι’ αργά όταν έγινα στουπί
Ηρθε στ’ αυτί για να μου πεί
Μουπε πως μ’ αγαπάει
Και έφησε τον άλλονα αυτόν απ’ τα Πετράλωνα
Στο σπίτι του να πάει

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Η Βοκαμβίλια  μας σκαρφάλωσε τα κάγκελα
Το κόκκινο της μια φωτιά που μας φωνάζει
Μικρή γαζία χίλια αστέρια εκεί μερόνυχτα
Σαν δεκαοχτάχρονο κορίτσι κάνει νάζι

Γύρω τριγύρω όλη η φύση γέμισε έρωτα
Χρωματιστές χίλιες εκρήξεις σπίθα σπίθα
Νύχτα μυρίζει το ζευγάρι που ζευγάρωσε
Κι όπου κοιτάς σε απατάει μια αλήθεια

Μεσ’ στο αυγουστιάτικο το φως όλα τα λάθεψα
Αφού στα ουράνια τα ΄χεις μπλέξει όλα Θέ μου
Και ζαλισμένος μεσ’ στο φως αναρωτήθηκα
Αν είναι ο ήλιος ή φεγγάρι πανωθέ μου

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ

 Κόρη μου τώρα είσαι κυρία
Εχεις τον άνδρα που σου βρήκα
Με προξενειό και όχι με αγάπες
Του δώσαμε και λίγη προίκα
Σίγουρα πράγματα η προίκα
Προίκα και παρθενιά στην τρύπα

Για την γυναίκα είναι το σπίτι
Το σπίτι είναι στο ονομά του
Πλύσιμο μπάλωμα κουζίνα
Έτσι όπως έκανε η μαμά του
Ε, ότι αφήνουν οι προγόνοι
Πάει από παιδί σε εγγόνι

Ο Ανδρας σου θα αποφασίζει
Ανδρας αφέντης και άντρας κύρης
Κι αν οι πουτάνες του τα τρώνε,
Σπίτι του   νάναι νοικοκύρης
Κολώνα σου, κουβαλητής σου
Σύ να κοιτάς την ηθική σου

Στο χαρτοπαίξιμο  αν τα χάνει
Να κάνεις ότι δεν σε μέλει
Και στο φινάλε είναι δικά του
Και θα τα κάνει ότι θέλει
Μια συμβουλή σου δίνω ακόμα
Εσύ να είσαι οικονόμα
  
Στις εκκλησίες γονυκλισίες
Αλλιώς θα είναι η ζωή σου άδεια
Πίσω απ’ το τζάμι  η παρθένος
Κλαίει γεμάτη κοκκινάδια
Ας  είν’ καλά η Χριστιανοσύνη
Μας γέμισε την αδειοσύνη

 Γλώσσα και τέτοια δεν θα βγάζεις
Δεν θα ρωτάς που πάει την νύχτα
Κι αν σαγαπάει  ή σε απατάει
Θα σου το λέει η χαρτορίχτρα
Ασε τις γκρίνιες και το κλάμα
Η αγάπη σώνεται με τάμα

Ασε  τις μόδες και τα λούσα
Να μη σε πούν ξετσιπωμένη
Εσύ φτωχιά και άλλη πλούσα
Εκείνη πούχει σπιτωμένη
Σε θέλει έτσι κάτου κάτου
 Να  Για  τα μάτια τα δικά του
Για τα παιδιά εσύ θα δουλεύεις
Κι αν άσχημους βαθμούς σου φέρνει
Για τιμωρία στη Μαρία θα του το λές και θα τη  δέρνει
Να λέτε έχουμε μια κόρη, κι ένα παιδί, ένα αγόρι
Α ναι ,ξέχασα τον ψήφο, που ψόφο ναχει κάθε αλήτης
Κόκκινος πράσινος κι άλλοι, ο άντρας σου είναι καλός πολίτης
Κι έχει στο νού μια αιώνια ένοια, Πατρίς θρησκεία και οικογένεια

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Άνθρωποι

 Άνθρωποι που από δίπλα μας περνάνε κάθε μέρα
Μας δίνουνε το χέρι τους μας λένε καλημέρα
Καθημερινά μοιράζουμε την ίδια αγωνία
Κάτι κακό έχουν να πουν πριν στρίψουν στην γωνία

 Για μένα τι δεν είπανε ,είπανε ο θεομπαίχτης
Για τον παλιό μου χωρισμό βρήκαν πως ήμουν φταίχτης
Είπαν και τι δεν είπανε , είπαν και ‘γω δεν ξέρω
Μ’ είπαν μπερμπάντη, πρόστυχο, ανήθικο και γέρο

Κάποια που της αρνήθηκα είπε πως είμαι τέρας
Και η καλή γειτόνισσα είπε κακός πατέρας
Μ’ είπαν ασήμαντο ποιητή, παλιάτσο ,γυρολόγο
Στις πάρε δώσε σχέσεις μου δεν είχα αντρίκειο λόγο

Είπαν πως σε κακόφημα σπίτια με είχαν τρακάρει
Ακόμα και ναρκωτικά είπαν πως είχα πάρει
Μα εγώ για αυτά που λέγονται δεν έχω απορήσει
Αφού μας φτιάχνουν όλοι τους  για τη δική τους χρήση

 Μα όταν τα τινάξω απότομα θα αλλάξω
Και ο χθεσινός μυστήριος θα πούνε ήτανε κύριος
Κι όταν τα τινάξω απότομα θα αλλάξω
Και ο χθεσινός παλιάνθρωπος , ο ποιο καλός ο άνθρωπος

Άνθρωποι που από δίπλα μας περνάνε κάθε μέρα
Μας δίνουνε το χέρι τους, μας λένε καλημέρα
Έχουν καρφώσει πάνω μας ένα μεγάλο μάτι
Και μας περιεργάζονται να βρούνε κάποιο κάτι

 Κάποιοι είπανε έχω λεφτά και άλλη δεν έχω μια
Μια και  χρωστάω της Μιχαλούς κάνω οικονομία
Είπανε κι άλλα διάφορα κι είχε κυκλοφορήσει
Πως ο παπάς που θύμωσε θέλει να με αφορίσει

 είπαν με κάποια τραβεστί  με είδαν σε χειραψίες
όχι δεν με είπαν τραβεστί μα είχαν υποψίες
κάποια με είπε ανέραστο, αδιάφορο και αχρείο
πως με έδιωξε από το σπίτι της γιατί με έβρισκε κρύο 
   
μ’ είπαν στο τέλος φουκαρά και ότι πονάει η καρδιά μου
πως τα παιδιά που έκανα δεν ήτανε δικά μου
μα εγώ γι’ αυτά που λέγονται δεν έχω απορήσει
αφού μας φτιάχνουν οι άνθρωποι για την δική τους χρήση

κι όταν τα τινάξω απότομα θα αλλάξω
και ο χθεσινός μυστήριος θα πουν ήτανε κύριος
και όταν τα τινάξω απότομα θα αλλάξω
και ο χθεσινός παλιάνθρωπος ο ποιο καλός ο άνθρωπος

Καλωσόρισες

                                          
Στο περιγιάλι βότσαλο,
τον Αύγουστο φωσφόρισες
και μεσ’ το φως που φόρεσες
μου είπες το καλωσόρισες

Σε είδε κι’ άστραψε η ελιά
Με το κορμί τ’ αγέραστο
Και χόρεψε η τριανταφυλλιά
Μ’ ένα μπουμπούκι ανέραστο

Φυσάει τ’αεράκι
το ρόδι της ροδιάς μας
Κι’ όμόρφυνε ο κόσμος
στα μέτρα της καρδιάς μας

Με το φεγγάρι σου Αύγουστε
Και μοσκοκάρφι τ’όνειρο
Στα μάτια της αγάπης μου
Πίνω τ’ αθάνατο νερό

Κι εσύ ουρανί μου ουρανέ
Χαμήλωσε για χάρη μας
Να μπούμε στο Αιγινήτικο
Αυγουστιάτικο φεγγάρι μας

Φυσάει τ’ αεράκι
το ρόδι της ροδιάς μας
Κι’ ομόρφυνε ο κόσμος
Στα μέτρα της καρδιάς μας

Αίγινα Αύγουστος 2007